ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΓΡΑΦΕΙΣ  ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ

Contact us   [email protected]

Dr Αγαμέμνων Τσελίκας

Αν θέλουμε να πάρουμε μια ιδέα για το πως παράγονταν τα βιβλία στη βυζαντινή εποχή, αλλά και αργότερα, μετά την Άλωση, και πως αντιγράφονταν τα κείμενα τα οποία αυτά περιείχαν, δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε ψηλά κυρίως στα ημιθόλια των εκκλησιών τις παραστάσεις των τεσσάρων Ευαγγελιστών. Παρουσιάζονται ως γραφείς καθισμένοι σε ένα σκαμνί, ή περίτεχνο κάθισμα, και έχουν μπροστά τους ένα μικρό έπιπλο (πάγκο). Στην επιφάνειά του ζωγραφίζονται τα όργανα γραφής. Γραφίδες και κάλαμοι, ένα μελανοδοχείο, ένας διαβήτης, ένα μαχαιρίδιο, μία σπάτουλα, ένα σφουγγάρι. Το κάτω μέρος του αποτελείται από ένα ντουλάπι, στο οποίο τοποθετούνται άλλα βιβλία, είτε σε μορφή κώδικα είτε σε μορφή κυλίνδρου, αλλά και άλλα υλικά γραφής, όπως περγαμηνές, χαρτιά, φιάλες με μελάνι. Στο επάνω μέρος, πάνω σε ένα κάθετο προς την επιφάνεια του πάγκου ξύλινο άξονα, άλλοτε απλόν και άλλοτε περίτεχνα σκαλισμένον, υπάρχουν δύο πτερύγια, εν είδει αναλογίου, όπου βλέπουμε να έχει αποτεθεί ένα ανοιχτό γραμμένο βιβλίο ή ένα μακρύ ειλητάριο που είναι ξετηλιγμένο και κρέμεται το μισό από τη μία μεριά και το άλλο από την πίσω. Οι ζωγράφοι αυτών των παραστάσεων προσπαθούν πάντα να αποδώσουν αισθητικά τη φυσιογνωμία των Ευαγγελιστών γραφέων όχι μόνο τη στιγμή της έμπνευσης του θείου λόγου, αλλά και την ίδια τη σωματική κόπωση που απαιτεί η αντιγραφή ενός μεγάλου κειμένου. Μολονότι οι Ευαγγελιστές είναι οι ίδιοι οι συγγραφείς των Ευαγγελίων τους, αυτοί εμφανίζονται ως να είναι οι ίδιοι αντιγραφείς των δικών τους κειμένων. Αυτή πάντως είναι η κοινά διαδεδομένη παράσταση ενός αντιγραφέα και κατασκευαστή βιβλίων στη βυζαντινή εποχή.

Οι γραφείς, είτε μοναχοί που έχουν ως εργόχειρο και διακόνημα την αντιγραφή βιβλίων, είτε λαϊκοί, είναι άνθρωποι που έχουν εκπαιδευτεί στη δεξιοτεχνία σχεδιασμού και της ανάγνωσης των χαρακτήρων των γραμμάτων περασμένων εποχών, αλλά και της εποχής τους, στην υπομονή και στην εγκαρτέρηση για αμοιβή του κόπου τους με υλική ή πνευματική ανταπόδοση. Είναι οι αφανείς ήρωες που εργάστηκαν για να μεταφέρουν την κάθε είδους γνώση μέσω της γραφής και της παραγωγής βιβλίων στις νεώτερες γενιές.  Έπρεπε να είναι προσεκτικοί σε αυτό που διαβάζουν από το πρότυπό τους, το αντιβόλαιον όπως το ονόμαζαν, τις μεμονωμένες λέξεις ή μικρές φράσεις, να τις απομνημονεύουν και να τις μεταφέρουν με τον δικό τους γραφικό χαρακτήρα στο υπό κατασκευήν βιβλίο. Αυτή η πνευματική και σωματική εργασία απαιτούσε αυτοσυγκέντρωση, καθόλου περισπασμούς, επαρκή όραση, προγραμματισμό και βέβαια μια κάποια φιλολογική παιδεία, τουλάχιστον στο επίπεδο στοιχειώδους κατανόησης του αντιγραφόμενου κειμένου.

Ένα τετράστιχο ποιηματάκι που το συναντούμε μερικές φορές στα παράφυλλα βυζαντινών χειρογράφων, δείχνει την αγωνία και την προσπάθεια των γραφέων να τηρήσουν πιστά τους κανόνες γραφής και αντιγραφής.

Άρξου χειρ μου αγαθή,

γράφε γράμματα καλά,

μη δαρθής και παιδευθής

και εις την πυράν βαλθής.

Ή, στην αρχή αρχή της πρώτης σελίδας, στο πάνω περιθώριο συναντοῦμε επικλήσεις σε ιερά πρόσωπα για βοήθεια, όπως: Ιησού βοήθει, Παναγία Τριάς βοήθει, Θεοτόκε βοήθει κλπ.

Αλλά και όταν οι γραφείς  φτάσουν στο τέλος και έχουν γράψει πολλές δεκάδες περγαμηνών ή χάρτινων φύλλων εκφράζουν την ανακούφισή τους που κατόρθωσαν να τελειώσουν το κοπιαστικό τους έργο. Μια πολύ γνωστή και διαδεδομένη φράση με διάφορες παραλλαγές είναι: Ώσπερ ξένοι χαίρουσι ιδείν πατρίδα και οι θαλαττεύοντες ευρείν λιμένα, ούτω και οι γράφοντες ιδείν βιβλίου τέλος.

Πολλές φορές οι γραφείς θέλουν να είναι ανώνυμοι. Και αυτό όχι μόνο γιατί τους διακρίνει μια ταπεινότητα σύμφωνα με την οποία το όνομά τους δεν έχει καμιά σημασία απέναντι στον θείο λόγο που αντιγράφουν είτε και απέναντι σε άλλα μη θρησκευτικά κείμενα, αλλά και γιατί έχουν γνώση και συνείδηση της παροδικότητας της σωματικής τους παρουσίας σε σχέση με τη γραφή και τη γνώση που μπορεί να διαιωνιστεί. Γράφουν πολλοί στο τέλος των βιβλίων τους.

Η μεν χειρ η γράψασα σήπεται τάφω, η δε γραφή μένει εις αιώνας.   

Ή, αν ήθελαν να γράψουν το όνομά τους, τότε θα το συνόδευαν με τα πιο ταπεινωτικά επίθετα για να δείξουν την αναξιότητά τους όπως: ουτιδανός, ευτελής, αμόναχος, οικτρός, αμαρτωλός, μετ’ ολίγον κόνις. Πολλοί επίσης ζητούσαν συγγνώμη από τους αναγώστες για τυχόν λάθη που έκαναν κατά την αντιγραφή και ζητούσαν να τους συγχωρήσουν και να ευχηθούν για τη σωτηρία της ψυχής τους.

Είναι αυτονόητο πως η γραφή ως πολιτιστικό φαινόμενο σε όλους τους λαούς εξελισσόταν συνεχώς, όχι ως προς τον βασικό σχεδιασμό των γραμμάτων, αλλά ως προς τη μορφή που το σχέδιο αυτό έπαιρνε κατά εποχές, γεωγραφικές περιοχές και πολιτιστικά περιβάλλοντα. Το πιο εμφατικό παράδειγμα είναι η μετάβαση στα μέσα του 9ου μ.Χ. αιώνα από την κεφαλαιογράμματη στη μικρογράμματη γραφή. Παρόλα αυτά ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούμε τα κεφαλαία γράμματα στις καθημερινές μας επικοινωνίες. Και αν παρατηρήσουμε την εξέλιξη της μορφής των ελληνικών γραμμάτων από την εποχή των αρχαϊκών επιγραφών τον 8ο και 7ο π.Χ. αιώνα μέχρι σήμερα, ο βασικός πυρήνας του σχεδίου τους παραμένει ο ίδιος. Μπρούμε με μια σχετική ευκολία να διαβάσουμε έστω συλλαβιστά μια αρχαία επιγραφή. Αντίθετα όμως δεν μπορούμε εύκολα να διαβάσουμε ένα κείμενο σε πάπυρο ή κάποιες μορφές μικρογράμματης γραφής. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα όπως στη διοίκηση διαφόρων εποχών και περιοχών (πχ. στην ελληνορωμαϊκή Αίγυπτο, την αυτοκρατορική γραμματεία του Βυζαντινού κράτους, την πατριαρχική γραμματεία) ή στη νοταριακή (συμβολαιογραφική) πρακτική ο σχεδιασμός των γραμμάτων εμφανίζεται περίπλοκος, πολλά γράμματα συνδέονται και συμπλέκονται μεταξύ τους, ολόκληρες συλλαβές και λέξεις συντομογραφούνται ή γράφονται με διάφορα ταχυγραφικά σύμβολα, τα οποία μόνο εξειδικευμένοι γραφείς μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και να ανγνώσουν.

Η εντύπωση ότι τα γράμματα, όπως παρατίθενται το ένα δίπλα στο άλλο, ή ότι οἱ γραμμές τους, ὀπως πλέκονται μεταξύ τους, δίνουν την εικόνα ενός στρωσιδιού με αυτόνομη αισθητική οπτική πάνω στο λευκό φόντο του χαρτιού ή τον  υποκίτρινο της περγαμηνής, αποτελεί βασικό στοιχείο της δεξιοτεχνίας και της εμπειρίας του γραφέα. Από τη μια μεριά ο γραφέας είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί πιστά τους κανόνες σχεδιασμού των γραμμάτων, απ’ την άλλη όμως μπορεί και εφευρίσκει τρόπους με τα ίδια τα σχήματα των γραμμάτων να παρουσιάσει μια σελίδα με ιδιαίτερες αισθητικές απαιτήσεις και να εκφράσει ταυτόχρονα και τη δική του προσωπικότητα.

Ένα κείμενο δεν μπορεί να γραφτεί με ένα οποιονδήποτε γραφικό χαρακτήρα. Η γραφή ενός Ευαγγελίου πρέπει να ανταποκρίνεται στην ιερότητα του θείου λόγου και τη μεγαλοπρέπεια του χώρου όπου αυτὸ διαβάζεται. Τα γράμματα πρέπει να είναι μεγάλα, επίσημα, και η διακόσμηση λαμπρή. Οι σελίδες ενός φιλοσοφικού χειρογράφου είναι πυκνογραμμένες με μικρού μεγέθους γράμματα και χωρίς πλατιά περιθώρια. Η σπουδαιότητα και η βαρύτητα του λόγου πρέπει να έχει πάντα ανάλογη απεικόνιση πάνω στο μέσο με το οποίο αυτός μεταδίδεται και διαιωνίζεται. Το ύφος της γραφής μιας εποχής ή μιας ομάδας είναι ταυτόχρονα και σημειολογικός δείκτης όχι μόνο της πνευματικής κατάστασής της, αλλά και του ψυχισμού της.

Η εμφάνιση του κώδικα, του βιβλίου δηλαδή όπως σήμερα το γνωρίζουμε, που αντικατέστησε τον παπυρικό κύλινδρο ανάμεσα στον 1ο και 2ο μ.Χ. αιώνα, έδωσε την ευκαιρία της δημιουργίας νέων μορφών γραμμάτων, τόσο επίσημων όσο και λαϊκότροπων, πάντα μέσα στον χώρο της κεφαλαιογράμματης γραφής. Έχουμε έτσι τον βιβλιακό τύπο γραφής, ο οποίος ανάλογα με την περιοχή, την εποχή αλλά και το γραφόμενο κείμενο υποδιαιρείται σε διάφορες κατηγορίες, όπως τη βιβλική, την οξυκόρυφη, τη στρογγυλή, την κοπτικοῦ ή αλεξανδρινού τύπου, για να αναφέρουμε τις σπουδαιότερες.

Αὐτὴ ἡ τομὴ ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως συμβαίνει στα μέσα του 9ου αιώνα. Παρατηρείται στις βιβλιακές γραφές το φαινόμενο του μεταχαρακτηρισμού. Οι ευθείες και οι ημιπαχείες γραμμές των κεφαλαίων γραμμάτων γίνονται καμπύλες, τα γράμματα ενώνονται μεταξύ τους, σχηματίζονται περισσότερα συμπλέγματα, ακόμη περισσότερες λέξεις συντομογραφούνται και αρχίζει πλέον να επικρατεί η μικρογράμματη γραφή. Οι ρίζες αυτής της μορφής βρίσκονται ήδη στή γραφή των ιδιωτικών και δημόσιων εγγράφων των ελληνορωμαϊκών παπύρων από τον 2ο μ.Χ. αιώνα και εξής. Η επικρατέστερη εξήγηση του φαινομένου αυτού είναι ότι η ρέουσα και περιπεπλεγμένη γραφή των γραμματέων του κράτους επηρέασε τους ανθρώπους του βιβλίου, οι οποίοι όμως διατήρησαν αρχικά τον αυστηρό και συντηρητικό ρυθμό, που χαρακτήριζε την επαγγελματική τους γραφή. Από τον 10ο αιώνα και εξής σε όλον τον ελληνικό πολιτισμικό χώρο επικρατεί η μικρογράμματη γραφή, η οποία πάλι ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή, το πνευματικό περιβάλλον και το γραφόμενο κείμενο προσλαμβάνει και αυτή ποικίλες μορφές. Τα κέντρα παραγωγής βιβλίου κατά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο εκτείνονται σε όλον τον ελληνικό πολιτισμικό χώρο και κάθε ένα από αυτά, σύμφωνα με τις νεώτερες παλαιογραφικές έρευνες, έχει τα δικά του χαρακτηριστικά  γνωρίσματα. Στην Κωνσταντινούπολη, στη μονή του Στουδίου, στους φιλολογικούς κύκλους του Παλατίου, στο Πατριαρχείο, στη μονή της Παναγίας των Οδηγών, στις μονές του Αγίου Όρους, στις δυτικές επαρχίες της αυτοκρατορίας και στην Κάτω Ιταλία, όπως στο Ρήγιο και το Ροσσάνο, στη Μικρά Ασία, όπως στην Τραπεζούντα, στην Κύπρο, στην Παλαιστίνη, στο Σινά, στην Αλεξάνδρεια, στα ουμανιστικά κέντρα της Ιταλίας και της άλλης Ευρώπης κατά την περίοδο της Αναγέννησης, στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, στις σχολές ελληνικών γραμμάτων στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου και Ιονίου  λειτουργούν κωδικογραφικά εργαστήρια με πλούσια παραγωγή βιβλίων κάθε είδους. Οι παλαιογράφοι έχουν αποδώσει στις ποικίλες μορφές της ελληνικής γραφής συμβατικές ονομασίες όπως: γραφή τύπου Μονής Στουδίου, Αναστασίου, Εφραίμ, άσσο πίκα, σφαιρόληκτη, μαργαριτόπλεχτη, ανισοστρόγγυλη, τύπου Μονής Οδηγών, φιλολογική στρογγυλή, κυπριακή τετράγωνη και περιπεπλεγμένη, μικρασιατική, κατωϊταλική, τύπου Μονής Ξηροποτάμου, λειτουργική τύπου Μποζέου, πατριαρχικής γραμματείας, στρογγυλή φαναριώτικη.

Έχοντας κανείς μπροστά του αυτό το γραφολογικο πανόραμα στον ελληνικό χώρο και, αν λάβει υπόψη του τις πολλές εκατοντάδες των επώνυμων γραφέων και τις αρκετές χιλιάδες των ανώνυμων, αντιλαμβάνεται εύκολα, πόσο η γνώση της γραφής για τον Έλληνα αποτελούσε ουσιαστικὸ στοιχείο της ύπαρξης και της ελευθερίας της έκφρασής του.

Τα απελέκητα γράμματα του Μακρυγιάννη, και όχι μόνον αυτού αλλά και πλήθους άλλων ημιαγράμματων σοφών σε όλες τις εποχές, δείχνουν πως η γραφή ως μέσο μετάδοσης της σκέψης, ως φορέας και γέφυρα της γνώσης από τον ένα νου στον άλλον δεν έχει να κάνει μόνο με τους κανόνες γραμματικής, αλλά κυρίως με το ένστικτο της πνευματικής αυτοσυντήρησης, της ανεξαρτησίας και της διάρκειας μέσα στην αιωνιότητα.  Κάπως έτσι μπορούν να ερμηνευτούν και τα χιλιάδες χαράγματα με ονόματα πάνω στους χιτώνες των αγίων στις τοιχογραφίες των βυζαντινών εκκλησιών, όσο και αν αυτό φαίνεται βανδαλισμός.

 

CONTACT US

We're not around right now. But you can send us an email and we'll get back to you, asap.

Sending

Copyright 2013 AILA / Created by Sitematters.gr